Guitar -->

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Επέτειος 69 ετών από το θάνατο του Ποιητού του Εθνους!



Πνευματικοί γίγαντες

27 Φεβρουαρίου. ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΕΛΛΗΝΑ ΠΟΙΗΤΗ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ
Φεβρουάριος 1943: Ο θάνατος και η Κηδεία του Μεγάλου ποιητή μας Κωστή Παλαμά
Στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 φεύγει από την ζωή ένας από τους μεγαλύτερους Στοχαστές και Πνευματικούς Δημιουργούς του Νεώτερου Ελληνισμού , ο Κωστής Παλαμάς . Τόσο ο θάνατός του σε μία απαισιόδοξη στιγμή της Ιστορίας μας , την Περίοδο της τριπλής ξενικής Κατοχής , όσο και η αναγνώριση του ποιητικού του έργου διεθνώς ( υπήρξε ο ποιητής του «Ολυμπιακού Ύμνου» ) μετέτρεψαν την Κηδεία του σε αυθόρμητο ξέσπασμα εθνικής ανάτασης για τους υπόδουλους Έλληνες.
Γεννημένος τον Ιανουάριο του 1859 στην Πάτρα ,με Μεσολογγίτικη καταγωγή , ο Κωστής Παλαμάς υπήρξε διαρκώς παρών με το δημιουργικό του Πνεύμα στις Αγωνίες και τους Αγώνες του Ελληνικού Λαού από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνος ως το πρώτο μισό του 20ου . Ήταν η εποχή των μεγάλων Οραμάτων για τον Ελλαδικό Ελληνισμό.
Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙA
Το μέγιστο των Οραμάτων ήταν η Μεγάλη Ιδέα , η προσπάθεια δηλαδή Απελευθερώσεως των σκλάβων (κυρίως στους Τούρκους )Ελλήνων . Το 1875 έρχεται στην Αθήνα και γράφεται στη Νομική Σχολή, ύστερα όμως από το δεύτερο έτος εγκατέλειψε τις σπουδές του και αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στη λογοτεχνία. Ωστόσο η φοιτητική του ζωή, αν και σύντομη, τον έφερε σε επαφή με δύο συμφοιτητές του, τον Γεώργιο Δροσίνη και τον Νίκο Καμπά, που όπως και ο ίδιος αγαπούσαν με πάθος την ποίηση και ενδιαφέρονταν γι αυτήν περισσότερο από όσο για τις πανεπιστημιακές παραδόσεις. Οι συζητήσεις τους είχαν ως μόνιμο θέμα την κατάσταση της ελληνικής ποίησης την εποχή εκείνη, όπου επικρατούσε ο ρομαντισμός και μεσουρανούσε ο Αχιλλέας Παράσχος, και έκλειναν με την ίδια πάντα διαπίστωση, διατυπωμένη από τον ίδιο τον Παλαμά: «Ποιητική κίνηση δεν υπήρχε στην Αθήνα. Η ποίηση τρισάθλια. Καιρός να σπαρθεί μια κάποια νέα ποιητική ζωή, με άλλη σκέψη, με άλλη φόρμα».
Και αυτό ακριβώς κατόρθωσε ο Παλαμάς. Με τα άρθρα του και τις κριτικές του, κυρίως όμως με την ποιητική του πράξη δημιούργησε μια βαθιά τομή στην πορεία της νεοελληνικής ποίησης και επηρέασε αποφασιστικά την εξέλιξή της. Βγάζοντας την ποίησή μας από το αδιέξοδο όπου την είχαν οδηγήσει οι τελευταίοι εκπρόσωποι του αθηναϊκού ρομαντισμού, διεύρυνε το περιεχόμενο και τη θεματική της προς κάθε κατεύθυνση, καθιέρωσε τη χρήση της δημοτικής πριν από το Ταξίδι του Ψυχάρη και ανανέωσε ριζικά την ποιητική μορφή, αξιοποιώντας στο έπακρο τις δυνατότητες που του πρόσφερε ολόκληρη η ελληνική λογοτεχνική παράδοση, από τον Όμηρο, τον Πίνδαρο και τον Ρωμανό τον Μελωδό ως τον Σολωμό και τον Κάλβο, που ανακάλυψε και καθιέρωσε, και ως το δημοτικό μας τραγούδι.
Συγχρόνως πραγματοποιεί ένα τεράστιο άνοιγμα προς τις λογοτεχνίες της Ευρώπης και επωφελείται από όσα είχαν κατακτήσει για λογαριασμό της ποίησης όλα τα σύγχρονά του λογοτεχνικά ρεύματα της Ευρώπης, ο Παρνασσισμός, ο Ρεαλισμός, ο Συμβολισμός. Αναδείχτηκε έτσι ο Παλαμάς σε θεμελιωτή, αρχηγό και αναγνωρισμένο δάσκαλο της Σχολής του 1880. Θα πρέπει να περιμένουμε ως το 1930 για να έχουμε ανάλογη ριζική αλλαγή στα ποιητικά μας πράγματα.
Ο Παλαμάς δεν είναι μόνον ο εθνικός ποιητής των σχολικών εορτών ούτε και ο λόγος του ταυτίζεται, όπως συχνά αλλά άστοχα λέγεται, με τον βερμπαλισμό και τη μεγαληγορία. Η λυρική ποίησή του με τους χαμηλόφωνους τόνους και μια επιγραμματική λιτότητα ύφους, η φιλοσοφούσα διάθεσή του και ο πανανθρώπινου και διαχρονικού ενδιαφέροντος στοχασμός του, ο καταλυτικός σατιρικός του λόγος που καυτηριάζει την παθολογία της νεοελληνικής κοινωνίας και τα αρνητικά σημεία της ψυχολογίας του νεοέλληνα, αλλά και η οξυδέρκεια του κριτικού του πνεύματος, η βαθιά θεωρητική του σκέψη για την φύση της λογοτεχνικής δημιουργίας, η νηφαλιότητά του που του επέτρεψε να συνδυάσει στο έργο του μιαν αδιαμφισβήτητη ελληνικότητα με το άνοιγμα προς την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια ακόμη λογοτεχνία, είναι πλευρές της παλαμικής δημιουργίας και παρουσίας που αξίζει να μελετηθούν και να προβληθούν περισσότερο.
ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1940 ΩΣ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ
Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Κωστής Παλαμάς μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους διανοούμενους ολόκληρου του κόσμου, με την οποία αφ’ ενός μεν καυτηριάζονταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφ’ ετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.
Πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 έπειτα από σοβαρή ασθένεια 40 ημέρες μετά το θάνατο της συζύγου του (τον οποίο δεν είχε πληροφορηθεί επειδή και η δική του υγεία ήταν σε κρίσιμη κατάσταση). Η κηδεία του έμεινε ιστορική, καθώς μπροστά σε έκπληκτους Γερμανούς κατακτητές χιλιάδες κόσμου τον συνόδευσε στην τελευταία του κατοικία, στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών , ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο .
Η ΚΗΔΕΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
Ο μεγάλος μας εθνικός ποιητής πέθανε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 1943, μεσούσης της τριπλής Κατοχής. Η κηδεία του αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα αντικατοχικά συλλαλητήρια, καθώς σύσσωμος ο πνευματικός κόσμος της χώρας αλλά και εκατοντάδες χιλιάδες απλού λαού συνόδεψαν συγκλονισμένοι το σκήνωμα του Ποιητή στην τελευταία του κατοικία στο Α’ Νεκροταφείο, τραγουδώντας τον Εθνικό Ύμνο, κάτω από τα σκυθρωπά και έκπληκτα πρόσωπα των κατακτητών. Εκεί εκ μέρους του Πνευματικού Κόσμου τον αποχαιρετά άλλος μεγάλος ποιητής μας , ο Άγγελος Σικελιανός
«Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
Δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βογγήστε, τύμπανα πολέμου…
Οι φοβερές σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα!
Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!»
Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βοσκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !
Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλεί, τι κι αν το πει η δικιά μου γλώσσα;
Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ’ αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ’ τον στα χέρια
γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας
που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη,
πες μ’ ένα μόνο ανασασμόν: “Ο Παλαμάς !”,
ν’ αντιβογκήσει τ’ όνομά του η οικουμένη !
Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !
Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένας λαός,
σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει…
κι ακέριος φλέγεται ως με τ’ άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τόνε σκέπει.
Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,
που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.
Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα !
Άγγελος Σικελιανός
Ο Άγγελος Σικελιανός αποχαιρέτησε τον Ποιητή καλώντας παράλληλα το Έθνος σε παλλαϊκό αγώνα κατά των Γερμανών , Ιταλών και Βουλγάρων επιδρομέων, όπως και ο ίδιος ο Παλαμάς είχε κάνει τρία χρόνια νωρίτερα κλείνοντας μέσα σε δύο στίχους το δικό του μεγάλο “ΟΧΙ”:
” Αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλον κανένα
Μεθύστε με το αθάνατο κρασί του Εικοσιένα”
ΤΟ ΘΑΡΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΨΥΧΗΣ
Μέσα στο Α’ Νεκροταφείο ο υπόδουλος Ελληνισμός αποχαιρετούσε τον Οραματιστή ποιητή του, τον άνθρωπο που έμεινε στις πνευματικές επάλξεις για μισό και πλέον αιώνα . Αναζητούσε ο Έλληνας ένα στήριγμα και το έβρισκα σε έναν νεκρό . Όμως έναν νεκρό μόνο σωματικά διότι η Ψυχή του είχε ήδη ανεβεί στην κορυφή του Παρνασσού του Έθνους .
Μέσα σε συνθήκες δυστυχίας η Κηδεία του Ποιητή θύμιζε στον Λαό μας τις μεγάλες του στιγμές , του θύμιζε τον Έλληνα μαχητή που δύο μόλις χρόνια πριν είχε αποδείξει στα Βορειοηπειρωτικά Βουνά ότι ξέρει να πολεμά για την Ελευθερία του . Και να πεθαίνει για την Ελευθερία αυτή διδάσκοντας τους Ελεύθερους Λαούς τι σημαίνει Ελληνική Ανδρεία.
Όπως ειπώθηκε ,οι Κατοχικές αρχές και η κυβέρνηση Λογοθετόπουλου, καταλαβαίνοντας βέβαια τι θα επακολουθούσε, είχαν λάβει τα μέτρα τους. Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός ωστόσο παρέστη, καθώς επίσης και εκπρόσωποι των Γερμανών και Ιταλών. Παρ’ όλα αυτά δεν είναι δύσκολο να εξηγήσει κανείς την αθρόα συρροή των κατοίκων της πρωτεύουσας. Ο κόσμος πνιγόταν. Αναζητούσε ένα ξέσπασμα, καθώς οι αντοχές του έφταναν πια στα όρια τους.
Η φήμη του Κωστή Παλαμά υπήρξε Παγκόσμια .
Ήταν ο Ποιητής του «Ολυμπιακού Ύμνου», ενός Ύμνου που συνοδεύει (σε μουσική Σπύρου Σαμάρα) κάθε Ολυμπιακή διοργάνωση . Και αυτή η φήμη έκανε τους ένστολους Κατακτητές , Ιταλούς και Γερμανούς ,να στέκονται αποσβολωμένοι θεατές σε αυτό το ξέσπασμα των Σκλάβων Νικητών . Ο ίδιος ο Αδόλφος Χίτλερ έστειλε προσωπικό στέφανο στην μνήμη του Παλαμά ,αεροπορικώς από το Βερολίνο .
Σήμερα , σχεδόν οκτώ δεκαετίες μετά, το όλο γεγονός του Θανάτου και της Κηδείας του Κωστή Παλαμά το 1943 μας θυμίζει ότι ο Ελληνισμός έχει μέσα του κρυφές και ανεξάντλητες Δυνάμεις . Τις οποίες μπορούμε να αναδεικνύουμε και να χρησιμοποιούμε όχι μόνο για αντιμετωπίσουμε πρακτικά προβλήματα της καθημερινότητας ,αλλά και να υπερασπιστούμε τις Αξίες του Πολιτισμού μας .Κάτι τέτοιο έκανε με τον γραπτό του Λόγο ο Κωστής Παλαμάς , ο μεγάλος αυτός Μαχητής του Ελληνικού Πνεύματος .
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΟΣ Γεώργιος Κουρκούτας – Φιλόλογος
Τα λόγια του ,φάρος ακόμα ζωντανός,οδηγεί τις συνειδήσεις μας………
ΑΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ………ΕΛΛΗΝ ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΣΤΙΣ ΨΥΧΕΣ ΜΑΣ!
Ο δωδεκάλογος του Γύφτου(Προφητικόν)
Μες τις παινεμένες χώρες, Χώρα
παινεμένη, θα ‘ρθει κι η ώρα,
και θα πέσεις, κι από σέν’ απάνου η Φήμη
το στερνό το σάλπισμά της θα σαλπίσει
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση.
Πάει το ψήλος σου, το χτίσμα σου συντρίμι.
Θα ‘ρθει κι η ώρα• εσένα ήταν ο δρόμος
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση,
σαν το δρόμο του ήλιου• γέρνεις• όμως
το πρωί για σε δε θα γυρίσει.
Και θα σβήσεις καθώς σβήνουνε λιβάδια
από μάισσες φυτρωμένα με γητειές•
πιο αλαφρά του περασμού σου τα σημάδια
κι από τις δροσοσταλαματιές•
θα σε κλαιν’ τα κλαψοπούλια στ’ αχνά βράδια
και στα μνήματα οι κλωνόγυρτες ιτιές.
……………………………………………
Και θα φύγεις κι απ’ το σάπιο το κορμί,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα,
και δε θά’ βρει το κορμί μια σπιθαμή
μες στη γη για να την κάμει μνήμα,
κι άθαφτο θα μείνει το ψοφίμι,
να το φάνε τα σκυλιά και τα ερπετά,
κι ο Καιρός μέσα στους γύρους του τη μνήμη
κάποιου σκέλεθρου πανάθλιου θα βαστά.
Όσο να σε λυπηθεί της αγάπης ο Θεός,
και να ξημερώσει μιαν αυγή,
και να σε καλέσει ο λυτρωμός,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!
Και θ’ ακούσεις τη φωνή του λυτρωτή,
θα γθυθείς της αμαρτίας το ντύμα,
και ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή,
θα σαλέψεις σαν τη χλόη, σαν το πουλί,
σαν το κόρφο το γυναικείο,
σαν το κύμα,
και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα,
για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
Τα φτερά, τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!
—————————————————————————–
- Πατρίδα μου, τι θες να σου χαρίσω
Για τον καλό το χρόνο που θα ’ρθή;
- Παιδί μου, το κορμί το λιονταρίσσο
Και το παλληκαρίσσο το σπαθί,
Και τη νεραϊδογέννητη τη χώρα
Μαζή με το δικέφαλον αϊτό.
Δε ’θελω ’γω καινούρια ή ξένα δώρα
Παληά δικά μου πλούτη σου ζητώ.
- Μητέρα, τα δικά σου τα στολίδια
Τα χαίροντ’ άλλοι μεσ’ την οικουμένη,
Και Λάμιες τα φυλάν, τα ζώνουν φείδια
Και χάνοντ’ εκεί μέσ’ αντριεωμένοι….
- Παιδί μου, όταν τη δόλια σου μητέρα,
Με του παιδιού τον πόνον αγαπάς,
Με την αγάπη μόνο μιαν ημέρα
Την παλαιά της δόξα θα της πας!
31 Δεκεμβρίου 1883
——————————————————————————–
Παιδί,το περιβόλι μου
“Κι αν είναι κ’ έρθουνε χρόνια δίσεχτα, πέσουν καιροί οργισμένοι, κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα, κι όσα δέντρα, για τίποτ’ άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια, μη φοβηθείς το χαλασμό.
Φωτιά! Τσεκούρι! Τράβα!, ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι, κόφτο, και χτίσε κάστρο απάνω του και ταμπουρώσου μέσα, για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα, π’ όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για νάρθει, κι’ όλο συντρίμμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων!..
Φτάνει μια ιδέα να στο πει, μια ιδέα να στο προστάξει,κορώνα ιδέα , ιδέα σπαθί, που θα είναι απάνου απ’ όλα!”
ΑΘΑΝΑΤΟΝ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ!
ΥΓ: H επιλογή των ποιημάτων έγινε με κριτήριο τη λατρεία του Κ.Παλαμά προς την Ελλάδα,μα και για να αναδείξουμε τον “προφητικό” λυρισμό της ποιήσεώς του….
Ὁ Διγενὴς κι ὁ Χάροντας
Καβάλλα πάει ὁ Χάροντας τὸν Διγενῆ στὸν Ἅδη, κι ἄλλους μαζί… Κλαίει, δέρνεται τ᾿ ἀνθρώπινο κοπάδι.
Καὶ τοὺς κρατεῖ στοῦ ἀλόγου του δεμένους στὰ καπούλια, τῆς λεβεντιᾶς τὸν ἄνεμο, τῆς ὀμορφιᾶς τὴν πούλια.
Καὶ σὰ νὰ μὴν τὸν πάτησε τοῦ Χάρου τὸ ποδάρι ὁ Ἀκρίτας μόνο ἀτάραχα κοιτάει τὸν καβαλλάρη.
«Ὁ Ἀκρίτας εἶμαι, Χάροντα δὲν περνῶ μὲ τὰ χρόνια. Μ᾿ ἄγγιξες καὶ δὲ μ᾿ ἔνοιωσες στὰ μαρμαρένια ἁλώνια;
Ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀκατάλυτη ψυχὴ τῶν Σαλαμίνων, στὴν Ἑφτάλοφην ἔφερα τὸ σπαθὶ τῶν Ἑλλήνων.
Δὲ χάνομαι στὰ Τάρταρα, μονάχα ξαποσταίνω, στὴ ζωὴ ξαναφαίνομαι καὶ λαοὺς ἀνασταίνω!»
——————————————-
Δόξα στὸ Μεσολόγγι
(1926, ἀπαγγέλθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ποιητή, στὴν 100η ἐπέτειο τῆς Ἐξόδου στὸ Μεσολόγγι – ἀπόσπασμα)
Γῆ, τοὺς ξάστερους πάντοτε οὐρανούς μου Κάθε λογῆς κόσμοι ἀστρικοὶ πλουμίζουν, Ἄστρα ποὺ σβύνουν καὶ ποὺ πέφτουν, ἄστρα Ποὺ τρεμοφέγγουν,
Πλανῆτες, φωτοσύγνεφα, κομῆτες, Φῶτα χλωμὰ καὶ φῶτα θάμπωμα, ἥλιοι, Πὲς τὰ μαργαριτάρια καὶ χρυσάφια, Πὲς τὰ διαμάντια.
Μὰ ἐσύ, ρουμπίνι ἀπ᾿ τοὺς ἀχνοὺς δεμένο Μαρτυρικῶν καὶ ἡρωικῶν αἱμάτων. Στὸν οὐρανὸ τῆς πλάσης, καθὼς εἶναι τοῦ πόλου τὸ ἄστρο, Τοῦ πόλου τὸ ἄστρο ἐσὺ στοὺς οὐρανούς μου
Τῆς Δόξας, δόξα, ὦ Γῆ! Τὸ Μισολόγγι: Κι᾿ οἱ μὲ ὀνόματα μύρια γνωρισμένοι Κόσμο μου ποὺ εἶναι Κι᾿ οἱ ἀπὸ σπαθιοῦ καταχτητές, καὶ οἱ δάφνες
Τῶν πολεμάρχων οἱ αἱματοβαμμένες, Κι᾿ οἱ Ἀλέξαντροι Κι᾿ οἱ Ἑφτάλοφες καὶ οἱ Νίκες Καὶ οἱ Σαλαμῖνες,
Καὶ μὲ τὶς ἱστορίες οἱ πολιτεῖες Καὶ στόματα χρυσὰ καὶ οἱ Κυβερνῆτες Κι᾿ οἱ Ἠράκλειτοι τοῦ Λόγου καὶ τῆς Τέχνης παντοῦ κι᾿ οἱ Αἰσχύλοι,
Ἀνήμποροι ὅπως κι᾿ ἂν σταθοῦν μπροστά σου, Καὶ σὲ μιᾶς τρίχας ἤσκιο νὰ θολώσουν Τὴν ξεκομμένη ἀπ᾿ τοῦ Κυρίου τὴν ὄψη Φεγγοβολιά σου.
Μισολόγγγι. Χαρὰ τῆς ἱστορίας, Γῆ ἐπαγγελμένη. Πᾶνε ἑκατὸ χρόνια, Κι᾿ ἂς πᾶνε. Ἡ θύμηση ἄχρονη μπροστά σου Θὰ γονατίζει.
—————————————————–
Ὦ λιγοστοί, ὦ διαλεχτοί!
Ὦ λιγοστοὶ κι ὦ διαλεχτοὶ κι ἀρίφνητοι αὔριο ἴσως!
Εἶναι μία ἀλήθεια κάτου ἐδῶ ποὺ τὴ χτυπάει τὸ μίσος,
εἶν᾿ ἐδῶ πέρα μία Ὀμορφιὰ ποὺ ἡ καταφρόνια δένει,
κι εἶν᾿ ἐδῶ πέρα μία Ἀρετὴ δειλὴ καὶ ντροπιασμένη.
Ὦ νέοι, ὦ πρωτοξύπνητοι στὸ φῶς, χαρὲς τ᾿ Ἀπρίλη,
ἀπὸ τοὺς πράσινους κορμοὺς γίνοντ᾿ οἱ ἄσπροι στύλοι!
Στὴ χώρα ἐσεῖς οἱ λειτουργοὶ κι οἱ λατρευτάδες εἶστε•
δὲ φτάνει• ἐμπρὸς! γιὰ τοὺς Θεούς, ὦ νέοι, πολεμεῖστε.
——————————————————–
Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα
Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα κι ἂς τὸ πατοῦν οἱ ξένοι, στοιχειὸ εἶναι καὶ μὲ προσκαλεῖ• ψυχή, καὶ μὲ προσμένει.
Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα ἴδιο στὴν ἴδια στράτα στὰ μάτια μου ὅλο ὑψώνεται καὶ μ᾿ ὅλα του τὰ νιάτα.
Τὸ σπίτι, ἂς τοῦ νοθέψανε τὸ σχῆμα καὶ τὸ χρῶμα• καὶ ἀνόθευτο καὶ ἀχάλαστο, καὶ μὲ προσμένει ἀκόμα.
——————————————————–
Γύριζε
«Γύριζε, μὴ σταθῇς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη, ὁ ψεύτης εἴδωλο εἶν᾿ ἐδῶ, τὸ προσκυνᾷ ἡ πλεμπάγια, ἡ Ἀλήθεια τόπο νὰ σταθῇ μιὰ σπιθαμὴ δὲ θἄβρῃ. Ἀλάργα. Μόρα τῆς ψυχῆς τῆς χώρας τὰ μουράγια. Ἀπὸ θαμποὺς ντερβίσηδες καὶ στέρφους μανταρίνους κι ἀπὸ τοὺς χαλκοπράσινους ἡ Πολιτεία πατιέται. Χαρὰ στοὺς χασομέρηδες! Χαρὰ στοὺς ἀρλεκίνους! Σκλάβος ξανάσκυψε ὁ ρωμιὸς καὶ δασκαλοκρατιέται. Δὲν ἔχεις, Ὄλυμπε, θεούς, μηδὲ λεβέντες ἡ Ὄσσα, ραγιάδες ἔχεις, μάννα γῆ, σκυφτοὺς γιὰ τὸ χαράτσι, κούφιοι καὶ ὀκνοὶ καταφρονοῦν τὴ θεία τραχιά σου γλώσσα, τῶν Εὐρωπαίων περιγελᾷ καὶ τῶν ἀρχαίων παλιάτσοι. Καὶ δημοκόποι Κλέωνες καὶ λογοκόποι Ζωίλοι, καὶ Μαμμωνᾶδες βάρβαροι, καὶ χαῦνοι λεβαντίνοι. λύκοι, ὦ κοπάδια, οἱ πιστικοὶ καὶ ψωριασμένοι οἱ σκύλοι κι οἱ χαροκόποι ἀδιάντροποι καὶ πόρνη ἡ Ρωμιοσύνη!»
—————————-
Ἡ ἀσάλευτη ζωή
Καὶ τ᾿ ἄγαλμα ἀγωνίστηκα γιὰ τὸ ναὸ νὰ πλάσω στὴν πέτρα τὴ δική μου ἀπάνω, καὶ νὰ τὸ στήσω ὁλόγυμνο, καὶ νὰ περάσω, καὶ νὰ περάσω, δίχως νὰ πεθάνω.
καὶ τό ῾πλασα. Κ᾿ οἱ ἄνθρωποι, στενοὶ προσκυνητάδες στὰ ξόανα τ᾿ ἄπλαστα μπροστὰ καὶ τὰ κακοντυμένα, θυμοῦ γρικῆσαν τίναγμα καὶ φόβου ἀνατριχάδες, κ᾿ εἴδανε σὰν ἀντίμαχους καὶ τ᾿ ἄγαλμα κ᾿ ἐμένα.
Καὶ τ᾿ ἄγαλμα στὰ κύμβαλα, κ᾿ ἐμὲ στὴν ἐξορία. Καὶ πρὸς τὰ ξένα τράβηξα τὸ γοργοπέρασμά μου καὶ πρὶν τραβήξω, πρόσφερα παράξενη θυσία ἔσκαψα λάκκο, κ᾿ ἔθαψα στὸ λάκκο τ᾿ ἄγαλμά μου.
Καὶ τοῦ ψιθύρησα: «Ἄφαντο βυθίσου αὐτοῦ καὶ ζῆσε μὲ τὰ βαθιὰ ριζώματα καὶ μὲ τ᾿ ἀρχαῖα συντρίμμια, ὅσο ποὺ νἄρθ᾿ ἡ ὥρα σου, ἀθάνατ᾿ ἄνθος εἶσαι, ναὸς νὰ ντύση καρτερεῖ τὴ θεία δική σου γύμνια!»
Καὶ μ᾿ ἕνα στόμα διάπλατο, καὶ μὲ φωνὴ προφήτη, μίλησ᾿ ὁ λάκκος: «Ναὸς κανείς, βάθρο οὔτε, φῶς, τοῦ κάκου. Γιὰ δῶ, γιὰ κεῖ, γιὰ πουθενὰ τὸ ἄνθος σου, ὦ τεχνίτη! Κάλλιο γιὰ πάντα νὰ χαθῆ μέσ᾿ στ᾿ ἄψαχτα ἑνὸς λάκκου.
Ποτὲ μὴν ἔρθ᾿ ἡ ὥρα του! Κι ἂν ἔρθη κι ἂν προβάλη, μεστὸς θὰ λάμπη καὶ ὁ ναὸς ἀπὸ λαὸ ἀγαλμάτων, τ᾿ ἀγάλματα ἀψεγάδιαστα, κ᾿ οἱ πλάστες τρισμεγάλοι γύρνα ξανά, βρυκόλακα, στὴ νύχτα τῶν μνημάτων!
Τὸ σήμερα εἴτανε νωρίς, τ᾿ αὔριο ἀργὰ θὰ εἶναι, δὲ θὰ σοῦ στρέξη τ᾿ ὄνειρο, δὲ θάρθ᾿ ἡ αὐγὴ ποὺ θέλεις, μὲ τὸν καημὸ τ᾿ ἀθανάτου ποὺ δὲν τὸ φτάνεις, μεῖνε, κυνηγητὴς τοῦ σύγγνεφου, τοῦ ἴσκιου Πραξιτέλης.
Τὰ τωρινὰ καὶ τ᾿ αὐριανά, βρόχοι καὶ πέλαγα, ὅλα σύνεργα τοῦ πνιγμοῦ γιὰ σὲ καὶ ὁράματα τῆς πλάνης μακρότερη ἀπ᾿ τὴ δόξα σου καὶ μία τοῦ κήπου βιόλα καὶ θὰ περάσης, μάθε το, καὶ θὰ πεθάνης!»
Κ᾿ ἐγὼ ἀποκρίθηκα: «Ἂς περάσω κι ἂς πεθάνω! Πλάστης κ᾿ ἐγὼ μ᾿ ὅλο τὸ νοῦ καὶ μ᾿ ὅλη τὴν καρδιά μου λάκκος κι ἂς φάῃ τὸ πλάσμα μου, ἀπὸ τ᾿ ἀθάνατα ὅλα μπορεῖ ν᾿ ἀξίζει πιὸ πολὺ τὸ γοργοπέρασμά μου».
———————————————
Πατρίδες
… Ἐδῶ οὐρανὸς παντοῦ κι ὁλοῦθε ἥλιου ἀχτίνα, καὶ κάτι ὁλόγυρα σὰν τοῦ Ὑμηττοῦ τὸ μέλι, βγαίνουν ἀμάραντ᾿ ἀπὸ μάρμαρο τὰ κρίνα, λάμπει γεννήτρα ἑνὸς Ὀλύμπου ἡ θεία Πεντέλη.
Στὴν ὀμορφιὰ σκοντάβει σκάφτοντας ἡ ἀξίνα, στὰ σπλάχνα ἀντὶ θνητοὺς θεοὺς κρατᾶ ἡ Κυβέλη, μενεξεδένιο αἷμα γοργοστάζ᾿ ἡ Ἀθήνα κάθε ποὺ τὴ χτυπᾶν τοῦ Δειλινοῦ τὰ βέλη.
Τῆς ἱερῆς ἐλιᾶς ἐδῶ ναοὶ καὶ οἱ κάμποι ἀνάμεσα στὸν ὄχλο ἐδῶ ποὺ ἀργοσαλεύει καθὼς ἀπάνου σ᾿ ἀσπρολούλουδο μία κάμπη,
ὁ λαὸς τῶν λειψάνων ζῆ καὶ βασιλεύει χιλιόψυχος, τὸ πνεῦμα καὶ στὸ χῶμα λάμπει, τὸ νιώθω, μὲ σκοτάδια μέσα μου παλεύει
Ἐκεῖ ποὺ ἀκόμα ζοῦν οἱ Φαίακες τοῦ Ὁμήρου καὶ σμίγ᾿ ἡ Ἀνατολὴ μ᾿ ἕνα φιλὶ τὴ Δύση, κι ἀνθεῖ παντοῦ μὲ τὴν ἐλιὰ τὸ κυπαρίσσι, βαθύχρωμη στολὴ στὸ γαλανὸ τοῦ Ἀπείρου
… Πατρίδες! Ἀέρας, γῆ, νερό, φωτιά! Στοιχεῖα, ἀχάλαστα καὶ ἀρχὴ καὶ τέλος τῶν πλασμάτων, σὰ θὰ περάσω στὴ γαλήνη τῶν μνημάτων, θὰ σᾶς ξανάβρω, πρώτη καὶ στερνὴ εὐτυχία!
————————————————————-
Ὕμνος εἰς τὴν Ἀθήνα
Χαρὰ σ᾿ ἐσέ, χώρα λευκὴ καὶ χώρα εὐτυχισμένη! Καμιὰ χώρα σ᾿ ὅλη τη γῆ, καμιὰ στὴν οἰκουμένη δὲν ηὖρε τέτοιο φυλαχτὸ σὰν τὸ δικό μου μάτι. Ἀπ᾿ ἄλλες χῶρες πέρασα γοργὰ – γοργὰ τρεχάτη καὶ μ᾿ εἶδαν τῆς Ἑλλάδας μου τ᾿ ἀγαπημένα μέρη σὰν ἄνεμο καὶ σὰν ἀϊτὸ καὶ σύννεφο κι ἀστέρι. Ὅμως σ᾿ ἐσὲ τὸ θρόνο μου αἰώνια θεμελιώνω καὶ ρίζωσ᾿ ἡ ἀγάπη μου στὰ χώματά σου μόνο.
———————————-
Τῆς Ἀθηνᾶς ἀνάγλυφο
Πῶς ἀκούμπησες ἄπραγα τὸ δόρυ; Τὴ φοβερή σου περικεφαλαία βαριὰ πῶς γέρνεις πρὸς τὸ στῆθος, Κόρη; Ποιὸς πόνος τόσο εἶναι τρανός, ὦ Ἰδέα,
γιὰ νὰ σὲ φτάση! Ὀχτροὶ κεραυνοφόροι δὲν εἶναι γιὰ δικά σου τρόπαια νέα; Δὲν ὁδηγεῖ στὸ Βράχο σου τὴν πλώρη τοῦ καραβιοῦ σου πλέον πομπὴ ἀθηναῖα;
Σὲ ταφόπετρα βλέπω νὰ τὴν ἔχη καρφωμένη μία πίκρα τὴν Παλλάδα. Ὤ! κάτι μέγα, ἀπίστευτο θὰ τρέχη …
Χαμένη κλαῖς τὴν ἱερή σου πόλη ἢ νεκρὴ μέσ᾿ στὸ μνῆμα καὶ τὴν ὅλη τοῦ τότε καὶ τοῦ τώρα, ὠιμένα! Ἑλλάδα;
—————————————–
Μολώχ
Τῶν Ἑλλήνων τὴν πατρίδα βάρβαροι τὴν ἀτιμάζουν! Ὅπου ἀνθοπετοῦσαν οἱ Ἔρωτες παραδέρνει ἡ νυχτερίδα. Στὴ νυχτιά μας μιὰ πυγολαμπίδα, τῶν ἀρχαίων ἡ μνήμη, ψευτοφέγγει κ᾿ εἶναι μιὰ νυχτιὰ ποὺ δὲν τὴ διώχνεις, τοῦ παντοτινοῦ μας ἥλιου ἀχτίδα! Καὶ πατρίδα καὶ ψυχὴ ρουφᾶν βάρβαροι ἀπὸ βάθη καὶ ἀπὸ ὕψη. Κι ὅταν, μ᾿ ἕνα τρίσβαθο ὤχ! τῶν Ἑλλήνων θεέ, ρωτοῦμε σέ: «Εἶσ᾿ ἐσὺ ὁ ξανθὸς Ἀπόλλωνας;» Ἀποκρίνεσαι:-«Εἶμ᾿ ἐγὼ ὁ Μολώχ!»
———————————————–
Τὸ σαΐτεμα
Καὶ χαμήλωσες, ὦ Φοῖβε, ἀπὸ τὰ ὕψη τῶν Ὀλύμπων τῶν ἁγνῶν πρὸς τοῦ χαύνου τὴν πατρίδα, πρὸς τὴ χώρα τῶν ὀκνῶν. Κ᾿ ἔπαιξες τὴ λύρα, ἀνάβρυσμα παναρμονικῶν πηγῶν! Λόγια σ᾿ ἀπαντήσανε βαρήκοων καὶ περίγελα τυφλῶν. Τότε, σὰ νὰ γύρευες τὴν πλάση νὰ λυτρώσης ἀπὸ μόλυσμα, κι ἀπ᾿ τ᾿ ἀκάθαρτα ὅλα τὸν ἀέρα, ἔρριξες τὴ λύρα, κ᾿ ἔγινες σαϊτευτής, καὶ τὰ σαΐτεψες τῶν ἀνοήτων τὰ κοπάδια πέρα ὡς πέρα!
————————————————–
Οἱ λύκοι
Βοσκοί, στὴ μάντρα τῆς Πολιτείας οἱ λύκοι! Οἱ λύκοι! Στὰ ὅπλα, Ἀκρῖτες! Μακριὰ καὶ οἱ φαῦλοι καὶ οἱ περιττοί, καλαμαρᾶδες καὶ δημοκόποι καὶ μπολσεβίκοι, γιὰ λόγους ἄδειους ἢ γιὰ τοῦ ὀλέθρου τὰ ἔργα βαλτοί.
(Ἀπ᾿ τῆς μαυρίλας τῆς ἀραχνίλας τὴν ἀποθήκη σὲ σκονισμένα γυαλιὰ κλεισμένο, παλιὸ κρασί, τῶν ἑκατό σου χρονῶν ἀνοίγω τὸ ἀρχοντιλίκι στοῦ ἡλιοῦ τὸ φέγγος, τί σὲ προσμένουν οἱ δυνατοὶ
ξανὰ σὰν πάντα καὶ γιὰ τὴ μάχη καὶ γιὰ τὴ νίκη νὰ τοὺς φτερώσεις τὸ πάτημά τους ὅπου πατεῖ. Σ᾿ ἐμὲ -κελλάρης λυράρης εἶμαι,- σ᾿ ἐμένα ἀνήκει νὰ τὸ κεράσω στὰ νέα ποτήρια τὸ ἀρχαῖο πιοτί).
Βοσκοὶ καὶ σκύλοι, λῶβα καὶ ψώρα. Τ᾿ ἀρνιά; Μουζίκοι. Ὁ λαός; Ὄνομα. Σκλάβος πλέμπας δούλα κ᾿ ἡ ὀργή, Δίκη ἀπὸ πάνω θεία τῶν ἀστόχαστων καταδίκη καὶ λογαριάζει καὶ ξεπλερώνει ὅσο ἂν ἀργεῖ.
Τραγουδημένη κλεφτουριά, Γένος, ἁρματολίκι, τὰ ξεγραμμένα καὶ τὰ τριμμένα ψέματα, ἀχνοί, Ἰδέα βυζάχτρα τῶν τετρακόσιων χρόνων, ἡ φρίκη τώρα, τὸ μάθημα τῶν Ἑλλήνων ὡς χτές, ἐσὺ
τοῦ ραγιᾶ μάνα βιβλικό, πλάσμα ὀρφικό, Εὐρυδίκη, τοῦ πανελλήνιου μεγαλονείρου χρυσοπηγή, μᾶς τὸν καθρέφτιζες μέσ᾿ στῆς Πόλης τὸ βασιλίκι τὸν ξυπνημένο Μαρμαρωμένο, κυνηγητὴ
τοῦ Ἰσλάμ. Ἡ Θρᾴκη προικιό του, ὢ δόξα! Καὶ ἀπανωπροίκι μιὰ Ἑλλάδα πάλε στὴν τουρκεμένην Ἀνατολή, τῆς Ἰωνίας γλυκοξημέρωμα…. Οἱ λύκοι! Οἱ λύκοι! κ᾿ οἱ βοσκοὶ ἀνάξιοι, λύκοι καὶ οἱ σκύλοι κ᾿ οἱ ἀντρεῖοι δειλοί.
Στῆς Πολιτείας τὴ μάντρα οἱ λύκοι! Παντοῦ εἶναι λύκοι! Ξανὰ στὰ Τάρταρα ἴσκιος, τοῦ ψάλτη λατρεία κ᾿ ἐσύ. Ψόφια ὅλη ἡ στάνη. Φέρτε νὰ πιοῦμε, κούφιο νταηλίκι, γιὰ τὸ ἀποκάρωμα ποὺ μᾶς πρέπει, κι ὅποιο κρασί.
————————————————————————-
Ἡ νίκη
Ἐδῶ στὸ ἑλληνικὸ τὸ χῶμα, τὸ στοιχειωμένο καὶ ἱερό, ποὺ τὸ ἴδιο χῶμα μένει ἀκόμα κι ἀπ᾿ τὸν ἀρχαῖο τὸν καιρό,
στὸ χῶμα τοῦτο πάντα ἀνθοῦνε κ᾿ ἔχουν ἀθάνατη ζωὴ καὶ μᾶς θαμπώνουν, μᾶς μεθοῦνε νεράιδες, ἥρωες, θεοί!
Εἶδα τὴ Νίκη τὴ μεγάλη, τὴ Νίκη τὴν παντοτεινή! Τὴν εἶδα ἐμπρός μου νὰ προβάλλῃ μὲ φορεσιὰ ὁλοφωτεινή.
Ἀσύγκριτη σὰν τὴν ἰδέα, σὰν ὄνειρο λαχταριστή, εἶδα τὴ Νίκη τὴν ἀρχαία, τὴ Νίκη τὴν κυματιστή!
Τὴν εἶδα. Μὲ τὸ πέταμά της δὲν ἔφευγε στοὺς οὐρανούς, ἐκεῖ ποὺ δύσκολα σιμά της μπορεῖ νὰ κρατηθῆ κι ὁ νοῦς.
Δὲν ἔτρεχε νὰ φτάσῃ πρώτη, νὰ στεφανώσῃ φτερωτὴ τὸ λιονταρόκαρδο στρατιώτη, τὸν ἐμπνευσμένο τὸν ποιητή. … Τὴν εἶδα νὰ περνᾶ μπροστά μου μὲ φορεσιὰ ὁλοφωτεινὴ καὶ λύγισα στὴ γῆ ἐκεῖ χάμου κ᾿ ἔκραξα μὲ τρανὴ φωνή,
γονατιστός, μὲ θαμπωμένα μάτια, μὲ λαύρα περισσή: «Χαῖρε θεά, χαῖρε παρθένα, Ὦ Νίκη, ὦ Νίκη, ὦ Νίκη Ἐσύ!
Ἐσὺ ποὺ δείχνεις πὼς ἀνθοῦνε ἐδῶ μ᾿ ἀθάνατη ζωή, πῶς μᾶς ἐμπνέουν καὶ μᾶς μεθοῦνε νεράιδες, ἥρωες, θεοί!»
——————————————————————————–
Τὰ σκολειὰ χτίστε
… Λιτὰ χτίστε τα, ἁπλόχωρα, μεγάλα, γερὰ θεμελιωμένα, ἀπὸ τῆς χώρας, ἀκάθαρτης, πολύβοης, ἀρρωστιάρας, μακριά. Μακριὰ τ᾿ ἀνήλιαγα σοκάκια, τὰ σκολειὰ χτίστε.
Καὶ τὰ πορτοπαράθυρα τῶν τοίχων περίσσια ἀνοῖχτε, νά ᾿ρχεται ὁ κὺρ Ἥλιος, διαφεντευτής, νὰ χύνεται, νὰ φεύγει, ὀνειρεμένο πίσω του ἀργοσέρνοντας τὸ φεγγάρι.
Γιομίζοντάς τα νὰ τὰ ζωντανεύουν μαϊστράλια καὶ βοριάδες καὶ μελτέμια μὲ τοὺς κελαηδισμοὺς καὶ μὲ τοὺς μόσκους, κι ὁ δάσκαλος, ποιητὴς καὶ τὰ βιβλία νὰ εἶναι σὰν τὰ κρίνα…
———————————————————————–
Ὕμνος τῶν Αἰώνων
Μητέρα μας πολύπαθη, ὦ ἀθάνατη, δὲν εἶναι μόνο σου στολίδι οἱ Παρθενῶνες• τοῦ συντριμμοῦ σου τὰ σπαθιὰ στὰ κάμανε φυλαχτὰ καὶ στεφάνια σου οἱ αἰῶνες.
Καὶ οἱ πέτρες ποὺ τὶς ἔστησε στὸ χῶμα σου τὸ νικηφόρο χέρι τοῦ Ῥωμαίου, κ᾿ ἡ σταυροθόλωτη ἐκκλησιὰ ἀπὸ τὸ Βυζάντιο, στὸν τόπο τοῦ πολύστυλου ναοῦ τοῦ ἀρχαίου,
Κι αὐτὸ τὸ κάστρο ποὺ μουγγρίζει μέσα του τῆς Βενετιᾶς ἀκόμη τὸ λιοντάρι, κι ὁ μιναρὲς ποὺ στέκει, τῆς ὁλόμαυρης καὶ τῆς πικρότατης σκλαβιᾶς ἀπομεινάρι,
Καὶ τοῦ Σλάβου τὸ διάβα ἀντιλαλούμενο στ᾿ ὄνομα ποὺ μᾶς ἔρχεται στὸ στόμα -μὲ τὸ γάλα τῆς μάννας ποὺ βυζάξαμε- σὰν ξένη ἀνθοβολιὰ στὸ ντόπιο χῶμα,
Ὅλα ἕνα νύφης φόρεμα σοῦ ὑφαίνουνε, σοῦ πρέπουνε, ὦ βασίλισσα, σὰ στέμμα, στὴν ὀμορφάδα σου ὀμορφιὰ ἀπιθώσανε κ᾿ εἶναι σὰ σπλάχνα ἀπ᾿ τὸ δικό σου τὸ αἷμα.
Ὦ τίμια φυλαχτά, στολίδια ἀταίριαστα, ὦ διαβατάρικα, ἀπὸ σᾶς πλάθετ᾿ αἰώνια, κόσμος ἀπὸ παλιὰ κοσμοσυντρίμματα, ἡ νέα τρανὴ Πατρίδα ἡ παναρμόνια!
—————————————————————————————-
Ὁ γκρεμιστής
Ἀκοῦστε. Ἐγὼ εἶμαι ὁ γκρεμιστής, γιατί εἶμ᾿ ἐγὼ κι ὁ κτίστης, ὁ διαλεχτὸς τῆς ἄρνησης κι ὁ ἀκριβογιὸς τῆς πίστης. Καὶ θέλει καὶ τὸ γκρέμισμα νοῦ καὶ καρδιὰ καὶ χέρι. Στοῦ μίσους τὰ μεσάνυχτα τρέμει ἑνὸς πόθου ἀστέρι. Κι ἂν εἶμαι τῆς νυχτιᾶς βλαστός, τοῦ χαλασμοῦ πατέρας, πάντα κοιτάζω πρὸς τὸ φῶς τὸ ἀπόμακρο τῆς μέρας. ἐγὼ ὁ σεισμὸς ὁ ἀλύπητος, ἐγὼ κι ὁ ἀνοιχτομάτης• τοῦ μακρεμένου ἀγναντευτής, κι ὁ κλέφτης κι ὁ ἀπελάτης καὶ μὲ τὸ καριοφίλι μου καὶ μὲ τ᾿ ἀπελατίκι τὴν πολιτεία τὴν κάνω ἐρμιά, γῆ χέρσα τὸ χωράφι. Κάλλιο φυτρῶστε, ἀγκριαγκαθιές, καὶ κάλλιο οὐρλιάστε, λύκοι, κάλλιο φουσκῶστε, πόταμοι καὶ κάλλιο ἀνοῖχτε τάφοι, καί, δυναμίτη, βρόντηξε καὶ σιγοστάλαξε αἷμα, παρὰ σὲ πύργους ἄρχοντας καὶ σὲ ναοὺς τὸ Ψέμα. Τῶν πρωτογέννητων καιρῶν ἡ πλάση μὲ τ᾿ ἀγρίμια ξανάρχεται. Καλῶς νὰ ῾ρθῆ. Γκρεμίζω τὴν ἀσκήμια. Εἶμ᾿ ἕνα ἀνήμπορο παιδὶ ποὺ σκλαβωμένο τό ῾χει τὸ δείλιασμα κι ὅλο ρωτᾷ καὶ μήτε ναὶ μήτε ὄχι δὲν τοῦ ἀποκρίνεται κανείς, καὶ πάει κι ὅλο προσμένει τὸ λόγο ποὺ δὲν ἔρχεται, καὶ μία ντροπὴ τὸ δένει Μὰ τὸ τσεκοῦρι μοναχὰ στὸ χέρι σὰν κρατήσω, καὶ τὸ τσεκοῦρι μου ψυχὴ μ᾿ ἕνα θυμὸ περίσσο. Τάχα ποιὸς μάγος, ποιὸ στοιχειὸ τοῦ δούλεψε τ᾿ ἀτσάλι καὶ νιώθω φλόγα τὴν καρδιὰ καὶ βράχο τὸ κεφάλι, καὶ θέλω νὰ τραβήξω ἐμπρὸς καὶ πλατωσιὲς ν᾿ ἀνοίξω, καὶ μ᾿ ἕνα Ναὶ νὰ τιναχτῶ, μ᾿ ἕνα Ὄχι νὰ βροντήξω; Καβάλα στὸ νοητάκι μου, δὲν τρέμω σας ὅποιοι εἶστε γκρικάω, βγαίνει ἀπὸ μέσα του μιὰ προσταγή: Γκρεμίστε!
———————————————————————–
Ὁ ἑλληνικὸς ὕμνος Mistral (βραβεῖο Νόμπελ λογοτεχνίας 1904) μετάφραση: Κωνσταντῖνος Παλαμᾶς
Μὲ τὴν αὐγὴ καὶ ἡ θάλασσα μενεξεδένια λάμπει, καὶ μὲ τὸ φῶς τὰ πάντα ξανανιώνουν. Νὰ ἡ ἄνοιξη γυρίζει, νὰ τὸ χελιδόνι στὸν Παρθενώνα ξαναχτίζει τὴ φωλιά του! Πανίερη Ἀθηνᾶ, τίναξε τὸ πουλί σου στ᾿ ἀμπέλια μας ἀπάνω τὰ σαρακωμένα. Κι ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα, θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.
Ἀγάλια ἀγάλια ἀποχρυσώνεται τὸ κύμα, νὰ ἡ ἄνοιξη γυρίζει, μέσ᾿ στὰ κορφοβούνια τοῦ Προμηθέα τὰ σπλάχνα σκίζοντας ἕνα ὄρνιο μεγάλο, ἀσάλευτο ξανοίγεται μακριάθε γιὰ νὰ διώξεις τὸ μαῦρο γύπα ποὺ σὲ τρώει, ἁρμάτωσέ μας, νέε νησιώτη, τὸ καράβι. Κι ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα, θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.
Τ᾿ ἀνάκρασμα τ᾿ ἀκοῦτε τῆς ἀρχαίας Πυθείας; «Νίκη στῶν ἡμιθέων τ᾿ ἀγγόνια!» Ἀπὸ τὴν Ἴδη ὡς τῆς Νικαίας τ᾿ ἀκρογιάλια ξανανθίζουν αἰώνιες οἱ ἐλιές. Μὲ τ᾿ ἅρματα στὰ χέρια ἐμπρός! Τὰ ὕψη τῶν βουνῶν ἂς τ᾿ ἀνεβοῦμε, τοὺς Σαλαμίνικους ἀντίλαλους ξυπνώντας! Ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα, θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.
Κ᾿ ἔλα, ἑτοιμάστε τὰ λευκὰ φορέματά σας, ἀρραβωνιαστικές, γιὰ νὰ στεφανωθῆτε στὸ γυρισμὸ τοὺς ἀκριβούς σας μέσ᾿ στὸ λόγγο γι᾿ αὐτοὺς ποὺ σᾶς γλυτώσανε κόφτε τὴ δάφνη. Ἀγνάντια στὴ σκυφτὴ καὶ ντροπιασμένη Εὐρώπη, ἂς πιοῦμε ξέχειλη τὴ δόξα παλληκάρια. Κι ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα, θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.
Ὅ,τι ἔγινε μπορεῖ νὰ ξαναγίνει, ἀδέρφια! Στῶν πυρωμένων τούτων βράχων τὴν λαμπάδα μὲ σάρκα θεία μπόρεσ᾿ ὁ ἄνθρωπος νὰ νοιώσῃ τὸ φωτερώτερο κι ἀπ᾿ ὅλα τὰ ὄνειρά του. Κι ἡ χριστιανὴ ψυχὴ βωβὴ ἐκεῖ πέρα θὰ εἶναι; Κ᾿ ἐμεῖς ἑνὸς κορμιοῦ ξερόκλαδα ἐκεῖ πέρα; Κι ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα, θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.
Τὸ Μαραθώνιο πεζοδρόμο ἀκολουθώντας κι ἂν πέσουμε, τὸ χρέος μας ἔχουμε κάμει! Καὶ μὲ τὸ αἷμα τοῦ προγόνου μας Λεωνίδα τὸ αἷμα μας, θριάμβων αἷμα, ταιριασμένο, θὰ πορφυρώσει τὸν καρπὸ τὸν κοραλλένιο καὶ τὸ σταφύλι τὸ κρεμάμενο στὸ κλῆμα. Κι ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα, θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.
Τῆς ἱστορίας μας φέγγουν τρεῖς χιλιάδες χρόνια, Ὀρθοί! Καὶ πρόβαλε ἀπὸ τώρα τὸ παλάτι στὸν τόπο ἐκεῖ ποὺ λύθηκαν τὰ κακὰ μάγια, κι ὁ φοίνικας ξαναγεννιέται ἀπὸ τὴ στάχτη. Στὶς ἀμμουδιὲς τῆς Μέκκας διῶξέ το ἥλιε, τὸ μισοφέγγαρο μακριὰ ἀπ᾿ τὸν οὐρανό μας… Ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα, θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.
Λακεδαίμων Αππελαίος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σε κατοικους Ελλαδος ΔΕΝ γινονται δεκτά τα γκριγκλις.
Εαν ειστε κατοικος εξωτερικου και δεν μπορειτε να χρησιμοποιησετε Ελληνικο αλφαβητο, θα μεταφραζω εγω τα σχολια και θα τα παραθετω διπλα η κατω απο το δικο σας.
Σχολια σε αλλη γλωσσα επιτρεπονται.